Κάταγμα κεφαλής βραχιονίου

Ο ώμος είναι η πιο ευκίνητη άρθρωση του ανθρώπινου σώματος, επιτρέποντας ένα μεγάλο εύρος κινήσεων που καμία άλλη άρθρωση δεν μπορεί να προσφέρει. Αυτή ακριβώς η ευελιξία, όμως, καθιστά την περιοχή ευάλωτη σε τραυματισμούς. Ένας από τους συχνότερους είναι το κάταγμα κεφαλής βραχιονίου, ένας τραυματισμός που αφορά το άνω άκρο του βραχιονίου οστού, εκεί όπου συνδέεται με την ωμογλήνη της ωμοπλάτης σχηματίζοντας την άρθρωση του ώμου.

Το κάταγμα αυτό μπορεί να προκύψει τόσο από ένα απλό πέσιμο όσο και από σοβαρότερες κακώσεις υψηλής ενέργειας, όπως τροχαία ατυχήματα ή αθλητικούς τραυματισμούς. Η φύση του το καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς επηρεάζει τη σταθερότητα και τη λειτουργία του ώμου, περιορίζοντας την κίνηση και προκαλώντας έντονο πόνο. 

Παρότι μπορεί να ακούγεται σοβαρό, με τη σωστή και έγκαιρη αντιμετώπιση (είτε συντηρητική είτε χειρουργική) οι περισσότεροι ασθενείς επανέρχονται πλήρως στις καθημερινές και αθλητικές τους δραστηριότητες. Μάλιστα, μαζί με το κάταγμα κλείδας αποτελούν τα δύο πιο συχνά κατάγματα της άρθρωσης του ώμου.

Γιατί η κεφαλή του βραχιονίου οστού είναι τόσο σημαντική

Η κεφαλή του βραχιονίου είναι σφαιρική, με υαλοειδή χόνδρο στην επιφάνεια, ώστε να «γλιστράει» ομαλά μέσα στην ωμογλήνη. Γύρω της καταφύονται οι τένοντες του στροφικού πετάλου (υποπλάτιος, υπερακάνθιος, υπακάνθιος, ελάσσων στρογγύλος), που εξασφαλίζουν δύναμη, συντονισμό και κεντροποίηση της κεφαλής. Λίγα χιλιοστά παραπέρα βρίσκονται η μασχαλιαία αρτηρία και το βραχιόνιο πλέγμα, με το μασχαλιαίο νεύρο να διατρέχει κοντά στο χειρουργικό αυχένα του βραχιονίου. Αυτός ο «συνωστισμός» κρίσιμων ιστών εξηγεί γιατί τα κατάγματα αυτής της περιοχής απαιτούν προσεκτική διάγνωση και εξατομικευμένη αποκατάσταση.

Πόσο συχνό είναι το κάταγμα κεφαλής βραχιονίου και ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο

Το κάταγμα κεφαλής βραχιονίου είναι από τα συχνά κατάγματα του ώμου. Σε νεότερους ενήλικες προκύπτει κυρίως από κακώσεις υψηλής ενέργειας, όπως τροχαία και αθλητικά τραύματα. Στις μεγαλύτερες ηλικίες, ιδιαίτερα σε γυναίκες άνω των 65 ετών με οστεοπόρωση, η πιο συχνή αιτία είναι μια πτώση χαμηλής ενέργειας σε τεντωμένο χέρι ή πάνω στον ώμο. Η ελαττωμένη οστική πυκνότητα καθιστά το οστό πιο εύθραυστο, άρα το κάταγμα μπορεί να είναι πιο σύνθετο ή και συντριπτικό.

Συμπτώματα που προκαλεί ένα κάταγμα κεφαλής βραχιονίου

Το πρώτο σύμπτωμα είναι ο έντονος πόνος στο άνω βραχίονα και στον ώμο, που επιδεινώνεται σε κάθε προσπάθεια κίνησης. Ακολουθούν οίδημα και εκχυμώσεις, τα οποία μπορεί να επεκταθούν εντυπωσιακά προς τον βραχίονα και το χέρι χωρίς να σημαίνει απαραίτητα επιπλοκή. Η ικανότητα ανύψωσης του άκρου μειώνεται δραστικά, ενώ σε παρεκτοπισμένα κατάγματα μπορεί να υπάρχει παραμόρφωση στο περίγραμμα του ώμου. Επειδή το μασχαλιαίο νεύρο βρίσκεται κοντά, ένα παρεκτοπισμένο κάταγμα μπορεί να προκαλέσει μούδιασμα στην έξω επιφάνεια του ώμου ή αδυναμία του δελτοειδούς. Σπάνια, συνοδές αγγειακές κακώσεις εκδηλώνονται με ψυχρότητα ή χλωμότητα του άκρου και απαιτούν άμεση αντιμετώπιση.

Αίτια και μηχανισμοί κάκωσης

Οι συνηθέστεροι μηχανισμοί είναι η πτώση σε τεντωμένο άνω άκρο, η πτώση απευθείας στον ώμο και το άμεσο πλήγμα από σύγκρουση. Σε αθλήματα επαφής ή κατά την ποδηλασία/μοτοσικλέτα, η επιβράδυνση υψηλής ταχύτητας μεταφέρει φορτία που ξεπερνούν τα όρια αντοχής του οστού. Η οστεοπόρωση προσθέτει έναν παράγοντα κινδύνου, αφού τραυματισμοί που αλλιώς θα προκαλούσαν διάταση μαλακών μορίων, σε οστεοπενικό υπόστρωμα μετατρέπονται σε κάταγμα. Όσο χειρότερη η ποιότητα του οστού και όσο πιο δυσμενής ο προσανατολισμός των δυνάμεων, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα παρεκτόπισης ή συντριβής.

Διάγνωση

Η διάγνωση ξεκινά με λήψη λεπτομερούς ιστορικού και κλινική εξέταση, συμπεριλαμβανομένου νευροαγγειακού ελέγχου. Οι ακτινογραφίες σε κατάλληλες προβολές συνήθως επαρκούν για επιβεβαίωση και αρχική ταξινόμηση. Όταν πρόκειται για συντριπτικό κάταγμα που χρήζει χειρουργικής αποκατάστασης, η αξονική τομογραφία αποδίδει τρισδιάστατα τη βλάβη και διευκολύνει τον προεγχειρητικό σχεδιασμό. Εάν το κάταγμα συνδυάζεται με εξάρθρημα ώμου, η αντιμετώπιση αποκτά επείγοντα χαρακτήρα, διότι καθυστερήσεις αυξάνουν τον κίνδυνο βλάβης χόνδρου και μαλακών μορίων.

Συντηρητική αντιμετώπιση

Ένα σημαντικό ποσοστό, συχνά γύρω στο 80%, των καταγμάτων κεφαλής βραχιονίου είναι σχετικά απαρεκτόπιστα και μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς χειρουργείο. Η αγωγή περιλαμβάνει:

  • τοποθέτηση φακέλου ανάρτησης για περιορισμένο διάστημα
  • στοχευμένη λήψη αναλγητικών φαρμάκων
  • πρώιμη, καθοδηγούμενη κινητοποίηση ώστε να αποφευχθεί η δυσκαμψία της άρθρωσης.

Η πλήρης βιολογική πώρωση απαιτεί συνήθως 6–8 εβδομάδες, όμως η λειτουργική αποκατάσταση συνεχίζεται πέρα από αυτό, με πρόγραμμα φυσικοθεραπείας που εστιάζει στη σταδιακή ανάκτηση εύρους κίνησης, μυϊκής ισορροπίας και ιδιοδεκτικότητας. Η τακτική επανεκτίμηση με κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο διασφαλίζει ότι δεν εμφανίζεται δευτεροπαθής παρεκτόπιση.

Πότε χρειάζεται χειρουργική αποκατάσταση και ποια τεχνική επιλέγεται

Η χειρουργική αντιμετώπιση προτείνεται όταν το κάταγμα είναι ασταθές ή παρεκτοπισμένο, όταν συνυπάρχει εξάρθρημα, όταν το οστικό υπόστρωμα είναι κακής ποιότητας και αναμένεται αποτυχία της συντηρητικής θεραπείας, ή όταν οι λειτουργικές απαιτήσεις του ασθενούς είναι υψηλές. Στόχος είναι η ανατομική ανάταξη και η σταθερή οστεοσύνθεση ώστε να επιτραπεί ασφαλής και πρώιμη κινητοποίηση.

Η συνήθης τεχνική είναι η ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση με ειδικές πλάκες και βίδες (συχνά τιτανίου), προσαρμοσμένες στην ανατομία του εγγύς βραχιονίου. Σε επιλεγμένες μικρές ρήξεις του μείζονος ογκώματος, η αποκατάσταση μπορεί να γίνει και αρθροσκοπικά.

Σε περιπτώσεις εκτεταμένης συντριβής, κακού οστικού υποστρώματος ή συνδυασμού με μη λειτουργικό στροφικό πέταλο, η πιο προβλέψιμη λύση είναι η αρθροπλαστική ώμου. Σε ηλικιωμένους με πολύπλοκα κατάγματα, η ανάστροφη ολική αρθροπλαστική ώμου αποτελεί τη μέθοδο εκλογής. Σε λιγότερο σύνθετες περιπτώσεις ή σε νεότερους ασθενείς μπορεί να συζητηθεί η εκτέλεση ημιαρθροπλαστικής (αντικατάσταση μόνο της κεφαλής). Για να έχει ωστόσο επιτυχία η εκάστοτε επέμβαση είναι πολύ σημαντικό να την πραγματοποιήσουν εξειδικευμένοι ορθοπεδικοί χειρουργοί ώμου.

Αποκατάσταση

Ανεξαρτήτως μεθόδου αντιμετώπισης, η φυσικοθεραπευτική αποκατάσταση είναι καθοριστική για το αποτέλεσμα. Στο αρχικό στάδιο δίνεται έμφαση στον έλεγχο του πόνου και του οιδήματος και σε ήπια παθητική κινητοποίηση εντός ασφαλών πλαισίων. Στη συνέχεια ακολουθεί ενεργητική κινητοποίηση με επανεκπαίδευση της ωμοπλάτης, και προοδευτική ενδυνάμωση του στροφικού πετάλου και των σταθεροποιών μυών. Η επιστροφή σε δραστηριότητες δεν ρυθμίζεται μόνο από τις ημέρες που έχουν παρέλθει από τη στιγμή του τραυματισμού. Αντιθέτως, βασίζεται σε λειτουργικά κριτήρια (εύρος κίνησης, δύναμη, έλεγχος) και στην τεκμηριωμένη πώρωση.

Πιθανές επιπλοκές και πώς τις προλαμβάνουμε

Χωρίς σωστή στρατηγική, ένα κάταγμα κεφαλής βραχιονίου μπορεί να οδηγήσει σε:

  • δυσκαμψία
  • καθυστερημένη πώρωση ή ψευδάρθρωση
  • πλημμελή πώρωση με παραμόρφωση
  • μετατραυματική αρθρίτιδα
  • ερεθισμό από υλικό
  • σπάνια λοίμωξη
  • επίμονα νευρολογικά συμπτώματα.

Σε ανατομίες όπου διακόπτεται η αιμάτωση της κεφαλής, υφίσταται ο κίνδυνος οστεονέκρωσης. Η προσεκτική προεγχειρητική απεικόνιση, η σωστή επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής μεθόδου και η πειθαρχημένη αποκατάσταση μειώνουν σημαντικά αυτές τις πιθανότητες.

Τι να περιμένετε χρονικά και πώς βοηθάτε την αποθεραπεία

Η βιολογική επούλωση ολοκληρώνεται περίπου στις 6–8 εβδομάδες, όμως ο ώμος χρειάζεται περισσότερους μήνες για να ξανακερδίσει την ευλυγισία, τη δύναμη και την αντοχή του. Η συνεργασία με τον φυσικοθεραπευτή, η συνέπεια στα προγράμματα ασκήσεων, η προστασία από πρόωρη φόρτιση του ώμου και η σταδιακή πρόοδος με σαφείς στόχους είναι οι ισχυρότεροι προγνωστικοί δείκτες καλής έκβασης. Στους ηλικιωμένους, ο έλεγχος της οστεοπόρωσης και η πρόληψη πτώσεων μειώνουν το ρίσκο νέου κατάγματος.

Γενικά, το κάταγμα κεφαλής βραχιονίου είναι απαιτητικός τραυματισμός, αλλά με σωστή διάγνωση, τεκμηριωμένη επιλογή μεταξύ συντηρητικής ή χειρουργικής θεραπείας και μεθοδική φυσικοθεραπεία, τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά. Στόχος είναι πάντα ο ίδιος: ασφαλής πώρωση, ελαχιστοποίηση του πόνου και επιστροφή στη φυσιολογική, ανώδυνη λειτουργία του ώμου.