Ασβεστοποιός τενοντίτιδα ώμου
Η ασβεστοποιός τενοντίτιδα ώμου αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες οξέος ή χρόνιου πόνου στην περιοχή του ώμου. Πρόκειται για πάθηση που εμφανίζεται αιφνίδια ή εξελίσσεται σταδιακά, προκαλώντας σημαντική δυσκολία στην κίνηση και μείωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς. Αν και μπορεί να προσβάλει άτομα οποιασδήποτε ηλικίας, συναντάται συχνότερα σε γυναίκες μέσης ηλικίας και σε άτομα που επιβαρύνουν επαναλαμβανόμενα τους τένοντες του ώμου λόγω εργασίας ή αθλητικών δραστηριοτήτων. Παρά την ένταση των συμπτωμάτων που προκαλεί, η πάθηση είναι συνήθως καλοήθης και αντιμετωπίσιμη με συντηρητικές ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, χειρουργικές μεθόδους. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή καθοδήγηση από εξειδικευμένο ορθοπαιδικό είναι καθοριστικές για την επιτυχή αποκατάσταση.
Τι είναι η ασβεστοποιός τενοντίτιδα ώμου;
Η ασβεστοποιός τενοντίτιδα ώμου είναι μια φλεγμονώδης πάθηση που χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία και εναπόθεση αλάτων ασβεστίου, συνήθως φωσφορικού ασβεστίου, μέσα στους τένοντες του στροφικού πετάλου. Το στροφικό πέταλο είναι το σύνολο των τεσσάρων βασικών τενόντων που περιβάλλουν την κεφαλή του βραχιονίου οστού και σταθεροποιούν τον ώμο, επιτρέποντας την ομαλή και ελεγχόμενη κίνησή του. Όταν μέσα σε κάποιον από αυτούς σχηματιστούν εναποθέσεις ασβεστίου, προκαλείται τοπικός ερεθισμός, φλεγμονή και πόνος, ενώ σε προχωρημένα στάδια υφίσταται κίνδυνος να προκληθεί και ρήξη του τένοντα.
Η ακριβής αιτία που οδηγεί στον σχηματισμό των εναποθέσεων αλάτων ασβεστίου δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Εικάζεται ότι πρόκειται για μια διαδικασία που σχετίζεται με εκφυλιστικές αλλοιώσεις του τένοντα, τοπική μείωση της αιμάτωσης και επακόλουθο μετασχηματισμό των κυττάρων του τένοντα σε κύτταρα που παράγουν ασβέστιο.
Συμπτώματα που προκαλεί η ασβεστοποιός τενοντίτιδα ώμου
Η ασβεστοποιός τενοντίτιδα ώμου μπορεί να παραμένει ασυμπτωματική για μεγάλο χρονικό διάστημα, έως ότου αρχίσει η φλεγμονώδης φάση της πάθησης, οπότε τα συμπτώματα εμφανίζονται ξαφνικά και με μεγάλη ένταση. Ο ασθενής συνήθως περιγράφει έναν έντονο, οξύ πόνο στην πρόσθια ή άνω επιφάνεια του ώμου, ο οποίος επιδεινώνεται με την κίνηση και ιδίως με την ανύψωση ή την περιστροφή του βραχίονα. Σε πολλές περιπτώσεις, ο πόνος είναι τόσο ισχυρός ώστε ο ασθενής αδυνατεί να κοιμηθεί τη νύχτα, ειδικά όταν ξαπλώνει πάνω στον πάσχοντα ώμο.
Εκτός από τον πόνο, παρατηρείται περιορισμός του εύρους κίνησης, μυϊκός σπασμός και αίσθημα δυσκαμψίας. Η διάρκεια των συμπτωμάτων ποικίλλει: σε ορισμένα άτομα υποχωρούν μέσα σε λίγες εβδομάδες, ενώ σε άλλα μπορεί να επιμένουν για μήνες, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η πάθηση. Σε περιπτώσεις όπου η εναπόθεση ασβεστίου απορροφάται αυτόματα, ο πόνος σταδιακά μειώνεται και η κινητικότητα αποκαθίσταται πλήρως.
Αίτια εμφάνισης
Παράγοντες που έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της ασβεστοποιού τενοντίτιδας περιλαμβάνουν κυρίως την ηλικία, το φύλο, τις μεταβολικές διαταραχές και τη μηχανική καταπόνηση της άρθρωσης του ώμου. Η πάθηση εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα ηλικίας μεταξύ 30 και 60 ετών, περίοδο κατά την οποία οι τένοντες αρχίζουν να παρουσιάζουν φυσιολογικές εκφυλιστικές αλλοιώσεις και μειωμένη αιμάτωση, γεγονός που καθιστά τον ιστό πιο ευάλωτο σε μικροτραυματισμούς και φλεγμονές. Το γυναικείο φύλο φαίνεται επίσης να επηρεάζεται συχνότερα, πιθανότατα λόγω ορμονικών διακυμάνσεων, καθώς οι μεταβολές στα επίπεδα των οιστρογόνων μπορεί να επηρεάζουν τη μικροκυκλοφορία και τον μεταβολισμό του κολλαγόνου στους τένοντες.
Παράλληλα, χρόνιες παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και οι δυσλειτουργίες του θυρεοειδούς έχουν συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα ασβεστοποίησης, καθώς επιδρούν αρνητικά στην αναπλαστική ικανότητα των ιστών και ευνοούν τη συσσώρευση ασβεστίου. Τέλος, η επαναλαμβανόμενη καταπόνηση του ώμου, είτε λόγω επαγγελματικών δραστηριοτήτων είτε εξαιτίας αθλημάτων που απαιτούν ανύψωση ή περιστροφή του βραχίονα (όπως η κολύμβηση, το τένις ή οι ρίψεις), αυξάνει τη μηχανική πίεση στους τένοντες, προκαλώντας μικροτραυματισμούς που οδηγούν σε φλεγμονώδεις διεργασίες και τελικά στην εναπόθεση αλάτων ασβεστίου.
Διάγνωση
Η διάγνωση βασίζεται στη συνδυαστική αξιολόγηση του ιστορικού, της κλινικής εξέτασης και των απεικονιστικών εξετάσεων. Κατά τη φυσική εξέταση, ο ιατρός εντοπίζει την περιοχή της ευαισθησίας και ελέγχει το εύρος των κινήσεων του ώμου. Οι απλές ακτινογραφίες συχνά αποκαλύπτουν χαρακτηριστικές σκιές που αντιστοιχούν σε εναποθέσεις ασβεστίου στους τένοντες. Το υπερηχογράφημα προσφέρει ακόμη πιο ακριβή εικόνα, επιτρέποντας την εκτίμηση του μεγέθους και της σύστασης της εναπόθεσης, ενώ παράλληλα βοηθά στη στόχευση θεραπευτικών παρεμβάσεων, όπως ο σκαριφισμός με βελόνη. Σε περιπτώσεις που υπάρχει υποψία ρήξης τένοντα ή εκτεταμένης φλεγμονής, η μαγνητική τομογραφία παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση των μαλακών ιστών.
Θεραπευτική αντιμετώπιση
Η θεραπεία της ασβεστοποιού τενοντίτιδας εξατομικεύεται ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, το μέγεθος της ασβεστοποίησης και την ανταπόκριση του ασθενούς στις συντηρητικές μεθόδους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αρχική αντιμετώπιση είναι μη επεμβατική και στοχεύει στην ανακούφιση από τον πόνο, στη μείωση της φλεγμονής και στη βελτίωση της λειτουργικότητας του ώμου.
Η φαρμακευτική αγωγή όταν υφίσταται ασβεστοποιός τενοντίτιδα ώμου περιλαμβάνει:
- Αντιφλεγμονώδη φαρμακευτική αγωγή
- Τοπικές εγχύσεις κορτικοστεροειδών για ταχεία μείωση της φλεγμονής σε ορισμένες περιπτώσεις
- Φυσικοθεραπεία, η οποία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς βοηθά στην αποκατάσταση της κινητικότητας, στην ενδυνάμωση των μυών του ώμου και στην πρόληψη της δυσκαμψίας.
- Σκαριφισμός με βελόνη, μια μέθοδος κατά την οποία τα άλατα του ασβεστίου θρυμματίζονται ή και αναρροφώνται με σύριγγα.
Σε περιπτώσεις όπου οι συντηρητικές θεραπείες αποτυγχάνουν, εφαρμόζεται η τεχνική του σκαριφισμού με βελόνη (needle lavage ή barbotage). Πρόκειται για μια ελάχιστα επεμβατική διαδικασία που γίνεται υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση, κατά την οποία ο γιατρός εισάγει μια λεπτή βελόνη μέσα στην εναπόθεση και με φυσιολογικό ορό διασπά ή αναρροφά τα άλατα του ασβεστίου, μειώνοντας έτσι τη φλεγμονή και τα συμπτώματα.
Χειρουργική αντιμετώπιση και ανάρρωση
Όταν όλες οι συντηρητικές επιλογές έχουν αποτύχει ή όταν η εναπόθεση αλάτων ασβεστίου είναι εκτεταμένη και προκαλεί σοβαρή δυσλειτουργία, ενδείκνυται η χειρουργική αντιμετώπιση με αρθροσκόπηση ώμου. Η αρθροσκόπηση ώμου είναι μια ελάχιστα επεμβατική τεχνική κατά την οποία, μέσω μικρών τομών, εισάγεται μια κάμερα και ειδικά εργαλεία που επιτρέπουν στον χειρουργό να αφαιρέσει τις ασβεστούχες εναποθέσεις υπό άμεση όραση. Εάν έχει προκληθεί ρήξη του τένοντα, μπορεί να γίνει ταυτόχρονα και η συρραφή του.
Η ανάρρωση μετά την αρθροσκόπηση ώμου είναι συνήθως ταχεία, ειδικά αν έχουν πραγματοποιήσει την επέμβαση εξειδικευμένοι ορθοπεδικοί χειρουργοί ώμου. Ο ασθενής εξέρχεται από το νοσοκομείο την ίδια ή την επόμενη ημέρα και επιστρέφει στις καθημερινές του δραστηριότητες μέσα σε λίγες εβδομάδες, ανάλογα με το εύρος της επέμβασης και τη συμμόρφωση στο πρόγραμμα φυσικοθεραπείας. Η πλήρης αποκατάσταση της κινητικότητας και η εξάλειψη του πόνου επιτυγχάνονται σταδιακά μέσα σε διάστημα 1 έως 2 μηνών.
Πρόγνωση
Η πρόγνωση της ασβεστοποιού τενοντίτιδας ώμου είναι εξαιρετική, ιδιαίτερα όταν η διάγνωση τίθεται έγκαιρα και εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπευτική στρατηγική. Οι περισσότεροι ασθενείς ανακτούν πλήρως τη λειτουργικότητα του ώμου και απολαμβάνουν μια καθημερινότητα χωρίς ενοχλήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η πρόληψη της υποτροπής στηρίζεται στη σωστή ενδυνάμωση των μυών του ώμου, στην αποφυγή επαναλαμβανόμενης καταπόνησης και στην έγκαιρη αντιμετώπιση τυχόν φλεγμονών ή μικροτραυματισμών.