Εγχύσεις κορτικοστεροειδών
Οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών αποτελούν μία από τις πιο καθιερωμένες θεραπευτικές μεθόδους στην ορθοπαιδική για την άμεση ανακούφιση από τον πόνο και τη φλεγμονή σε παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος. Εφαρμόζονται εδώ και δεκαετίες σε αρθρώσεις, τένοντες και θυλάκους, με σκοπό να εξουδετερώσουν τη φλεγμονώδη αντίδραση του οργανισμού και να επιτρέψουν στον ασθενή να επανέλθει ταχύτερα στις καθημερινές του δραστηριότητες. Επειδή το φάρμακο τοποθετείται ακριβώς στο πάσχον σημείο, η τοπική έγχυση συχνά υπερέχει έναντι της από του στόματος αγωγής, τόσο σε αποτελεσματικότητα όσο και στον περιορισμό πιθανών συστηματικών επιδράσεων.
Τι είναι και γιατί εφαρμόζονται οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών
Με τον όρο εγχύσεις κορτικοστεροειδών περιγράφουμε τη στοχευμένη χορήγηση ενός ισχυρού αντιφλεγμονώδους φαρμάκου απευθείας στην περιοχή που πονά ή έχει ερεθιστεί. Η ουσία μιμείται τη φυσική ορμόνη του οργανισμού που ρυθμίζει τη φλεγμονή και, όταν χορηγείται τοπικά, περιορίζει γρήγορα τα συμπτώματα, μειώνει το οίδημα και βελτιώνει το εύρος κίνησης. Η πρακτική αυτή είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη γιατί προσφέρει γρήγορο αποτέλεσμα και συνήθως χωρίς ανάγκη αναισθησίας ή νοσηλείας.
Πώς γίνεται η έγχυση
Η έγχυση είναι ιατρική πράξη και πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά από γιατρό. Η σχολαστική καθαριότητα του δέρματος και του χώρου μειώνει τον κίνδυνο λοίμωξης, ενώ η ακριβής γνώση της ανατομίας διασφαλίζει ότι το φάρμακο θα καταλήξει στο σωστό σημείο χωρίς να τραυματιστούν αγγεία ή νεύρα.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ώστε να αποφεύγεται η χορήγηση μέσα στον τένοντα, γιατί η ουσία μπορεί να επηρεάσει την αντοχή του και, σε σπάνιες περιπτώσεις, να αυξήσει τον κίνδυνο ρήξης. Η διαδικασία είναι σύντομη και γίνεται στο ιατρείο με λεπτή βελόνα. Τυχόν ενόχληση είναι συνήθως μικρή και παροδική.
Οι εξειδικευμένοι ορθοπεδικοί χειρουργοί ώμου της Hellenic Shoulder Clinic δεν περιορίζονται μόνο στη χειρουργική αντιμετώπιση των παθήσεων, αλλά αντιθέτως εφαρμόζουν και σύγχρονες ενέσιμες θεραπείες, ώστε το κάθε πρόβλημα να αντιμετωπιστεί στοχευμένα.
Για ποιες παθήσεις ενδείκνυνται οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών
Οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών βοηθούν ουσιαστικά σε συχνές μυοσκελετικές παθήσεις του άνω άκρου και όχι μόνο. Ενδεικτικά παραδείγματα:
- Στενωτικές τενοντίτιδες του χεριού, όπως ο εκτινασσόμενος δάκτυλος και το σύνδρομο De Quervain.
- Επικονδυλίτιδα του αγκώνα, αλλά και φλεγμονές τενόντων στον ώμο (π.χ. τένοντες του στροφικού πετάλου).
- Ορογόνες θυλακίτιδες σε διάφορες αρθρώσεις, όπου ο θύλακος ερεθίζεται και πονά.
- Αρθρίτιδες (π.χ. αρθρίτιδα ώμου), εκφυλιστικές ή φλεγμονώδεις μορφές, για έλεγχο του πόνου και της φλεγμονής.
- Πιεστικά σύνδρομα νεύρων, όπως το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
- Πελματιαία απονευρωσίτιδα, με στόχο τη γρήγορη ύφεση του πόνου στην πτέρνα.
Παρότι οι παραπάνω είναι οι πιο συνηθισμένες ενδείξεις, η τελική απόφαση λαμβάνεται πάντα από εξειδικευμένο ορθοπαιδικό, μετά από κλινική εξέταση και αξιολόγηση του ιστορικού.
Οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών είναι γρήγορη και στοχευμένη λύση για πόνο και φλεγμονή. Υπάρχουν όμως και άλλες προσεγγίσεις, η κατάλληλη εκ των οποίων επιλέγεται εξατομικευμένα:
- Βιολογικοί παράγοντες με πλάσμα αίματος οι οποίες αξιοποιούν συστατικά από το αίμα του ίδιου του ασθενούς για να ενισχύσουν την επούλωση. Δεν έχει αποδειχθεί με βεβαιότητα ότι υπερέχουν σταθερά έναντι των κορτικοστεροειδών, αν και ορισμένες μελέτες αναφέρουν μεγαλύτερη διάρκεια αποτελέσματος σε επιλεγμένα περιστατικά.
- Εγχύσεις υαλουρονικού οξέος οι οποίες βελτιώνουν τη «λίπανση» της άρθρωσης και μειώνουν τους κραδασμούς, προσφέροντας ανακούφιση κυρίως σε αρθρίτιδα γόνατος ή ισχίου.
- Ενέσιμα σκευάσματα κολλαγόνου τα οποία επιδιώκουν να υποστηρίξουν τους ιστούς, με ρόλο περισσότερο συμπληρωματικό.
- Θεραπείες με κύτταρα αναγέννησης που στοχεύουν στην αποκατάσταση φθαρμένων ιστών σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
Καθεμία από τις παραπάνω επιλογές έχει διαφορετικό στόχο και διάρκεια αποτελέσματος. Η καταλληλότερη λύση εξαρτάται από τη διάγνωση, το στάδιο της πάθησης, την ηλικία, τις ανάγκες και τις προσδοκίες του ασθενούς.
Πώς συγκρίνονται οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών με άλλες θεραπείες
Γενικά θεωρούνται ασφαλείς, με σπάνιες σοβαρές επιπλοκές, επειδή η ποσότητα του φαρμάκου είναι μικρή και η τοπική χορήγηση περιορίζει τη διασπορά στον οργανισμό. Σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να γίνουν ακόμη και σε εγκυμοσύνη ή θηλασμό, πάντα σε συνεννόηση με τον γυναικολόγο ή τον παιδίατρο.
Στις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (οι οποίες είναι συνήθως ήπιες και παροδικές) συγκαταλέγονται:
- Τοπικός πόνος ή αίσθημα «καψίματος» μετά την ένεση, που υποχωρεί μέσα σε ώρες ή 1–2 ημέρες και αντιμετωπίζεται με απλά παυσίπονα.
- Παροδική έξαψη προσώπου ή δυσκολία στον ύπνο για 1–2 νύχτες.
- Προσωρινή αύξηση σακχάρου σε άτομα με διαβήτη (χρειάζεται παρακολούθηση για 3–4 ημέρες).
- Παροδική άνοδος αρτηριακής πίεσης σε υπερτασικούς (συνιστάται έλεγχος).
- Σπάνιες αλλεργικές αντιδράσεις. Η προϋπάρχουσα ευαισθησία σε τοπικά αναισθητικά πρέπει να αναφέρεται.
- Εξαιρετικά σπάνια λοίμωξη στο σημείο της ένεσης, με υψηλότερο κίνδυνο όταν η έγχυση γίνεται μέσα στην άρθρωση.
Επαναλαμβανόμενες τοπικές εγχύσεις μπορεί να προκαλέσουν λέπτυνση λίπους στο δέρμα ή αποχρωματισμό.
Πολλαπλές ενδαρθρικές εγχύσεις στο ίδιο σημείο δύνανται με τον χρόνο να επιβαρύνουν τον αρθρικό χόνδρο. Γι’ αυτό το λόγο ο αριθμός και η συχνότητα ρυθμίζονται προσεκτικά.
Σε άτομα με ηπατικά, ενδοκρινολογικά, οφθαλμολογικά ή άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας απαιτείται εξατομικευμένη εκτίμηση πριν από τη χορήγηση.
Είναι ασφαλείς οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών;
Τα περισσότερα σκευάσματα είναι βραδείας απορρόφησης, ώστε να απελευθερώνουν σταθερά το φάρμακο για αρκετές ημέρες. Οι περισσότεροι ασθενείς αντιλαμβάνονται ουσιαστική βελτίωση μέσα σε 3–4 ημέρες. Σε ορισμένα περιστατικά μπορεί να χρειαστεί δεύτερη έγχυση μετά από 7–10 ημέρες, ενώ πιο σπάνια και τρίτη, εφόσον έχει ήδη φανεί θετική ανταπόκριση.
Η διάρκεια του οφέλους εξαρτάται από την πάθηση και το στάδιο της. Απλές τενοντίτιδες (όπως ο εκτινασσόμενος δάκτυλος ή το σύνδρομο De Quervain) συχνά επιλύονται οριστικά με μία στοχευμένη έγχυση. Άλλες καταστάσεις, όπως η επικονδυλίτιδα ή φλεγμονές τενόντων στον ώμο, ενδέχεται να υποτροπιάσουν αργότερα, ανάλογα με τις δραστηριότητες του ασθενούς. Στις εκφυλιστικές αρθρίτιδες ή σε συστηματικές παθήσεις, οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών παρέχουν συνήθως προσωρινή ανακούφιση, γι’ αυτό και απαιτείται η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου θεραπευτικού πλάνου.
Όταν τα συμπτώματα δεν βελτιώνονται, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επιπλέον εξετάσεις για να αποκλείσει άλλη αιτία πόνου ή να προτείνει μετάβαση από τη συντηρητική στη χειρουργική αντιμετώπιση, όπου κρίνεται αναγκαίο.
Πότε δρα και πόσο διαρκεί το αποτέλεσμα
Πλεονεκτήματα που προσφέρουν οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα είναι η ταχύτητα δράσης: ο πόνος και η φλεγμονή μειώνονται γρήγορα, επιτρέποντας την επανεκκίνηση της φυσικοθεραπείας και της ήπιας άσκησης με λιγότερη ενόχληση. Η τοπική χορήγηση μειώνει την ανάγκη για μακροχρόνια λήψη χαπιών και τις πιθανές παρενέργειές τους. Όταν ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα αποκατάστασης μπορούν να επιταχύνουν την επιστροφή στην καθημερινότητα.
Τι να περιμένουν οι ασθενείς μετά την ένεση
Παρότι οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών προσφέρουν ισχυρή συμπτωματική ανακούφιση, δεν αντιμετωπίζουν πάντα τη βασική αιτία της πάθησης. Σε φθορές που εξελίσσονται με τον χρόνο (π.χ. εκφυλιστική αρθρίτιδα), ο στόχος είναι ο έλεγχος των εξάρσεων και η καθυστέρηση επιδείνωσης, όχι η οριστική ίαση. Αντίθετα, σε ορισμένες τενοντίτιδες, η έγκαιρη και σωστά στοχευμένη έγχυση μπορεί να οδηγήσει σε ολοκληρωτική επίλυση του προβλήματος.
Μετά την ένεση, ο γιατρός συστήνει συνήθως σχετική ξεκούραση για 24–48 ώρες, αποφυγή έντονων κινήσεων στο σημείο, πάγο όπου χρειάζεται, και στη συνέχεια σταδιακή επάνοδο με καθοδήγηση φυσικοθεραπευτή.
Συνοψίζοντας, οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών είναι μια αποτελεσματική, γρήγορη και στοχευμένη λύση για τον έλεγχο του πόνου και της φλεγμονής σε πολλές μυοσκελετικές παθήσεις. Προσφέρουν άμεση ανακούφιση, διευκολύνουν την αποκατάσταση και περιορίζουν τη χρήση συστηματικών φαρμάκων. Ωστόσο, πρόκειται κυρίως για αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και όχι της αιτίας που τα προκάλεσε. Η ιδανική στρατηγική είναι να εντάσσονται σε ένα εξατομικευμένο πλάνο θεραπείας.