Παγωμένος ώμος
Ο ώμος είναι η πιο ευκίνητη άρθρωση του ανθρώπινου σώματος και επιτρέπει ένα εντυπωσιακά μεγάλο εύρος κινήσεων. Όταν όμως η ακεραιότητα της άρθρωσης διαταράσσεται, ακόμη και απλές δραστηριότητες γίνονται δύσκολες. Ο παγωμένος ώμος ή αλλιώς συμφυτική θυλακίτιδα είναι μια χαρακτηριστική πάθηση που υποσκάπτει σημαντικά τη λειτουργικότητα της άρθρωσης. Σε αυτή την πάθηση ο πόνος και η δυσκαμψία της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης εξελίσσονται σταδιακά, περιορίζοντας την κίνηση σε όλες τις κατευθύνσεις και επηρεάζοντας ουσιαστικά την ποιότητα ζωής.
Τι είναι ο παγωμένος ώμος;
Ο παγωμένος ώμος, γνωστός και ως συμφυτική θυλακίτιδα, είναι μια κατάσταση που προκαλεί πόνο και δυσκαμψία στην άρθρωση του ώμου, με αποτέλεσμα το μειωμένο εύρος κίνησης και τη δυσκολία στις καθημερινές δραστηριότητες. Πιο συγκεκριμένα, η πάθηση χαρακτηρίζεται από προοδευτικό πόνο (ιδίως νυχτερινό) και γενικευμένη απώλεια του εύρους κίνησης της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης, τόσο στις ενεργητικές όσο και στις παθητικές κινήσεις. Ο παγωμένος ώμος τείνει να εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα ηλικίας 40–60 ετών και είναι πιο συχνός στις γυναίκες. Η ακριβής αιτία δεν είναι πάντα γνωστή.
Ωστόσο, ο παγωμένος ώμος φαίνεται να σχετίζεται με έναν συνδυασμό παραγόντων όπως παλαιότερος τραυματισμός ή χειρουργική επέμβαση στην περιοχή, παρατεταμένη ακινητοποίηση ή υπερβολική χρήση του ώμου. Παρατηρείται επίσης αυξημένη συχνότητα σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με διαταραχές του θυρεοειδούς αδένα.
Αιτιολογία
Ο παγωμένος ώμος δεν έχει γνωστή αιτιολογία. Συνήθως εμφανίζεται σε γυναίκες μέσης ηλικίας και σχετίζεται με θυρεοειδοπάθεια ή σακχαρώδη διαβήτη. Προκαλεί φλεγμονή και πάχυνση του αρθρικού θυλάκου, δηλαδή του ινώδους ιστού που περιβάλλει την άρθρωση του ώμου.
Συμπτώματα που προκαλεί ο παγωμένος ώμος
Τα συμπτώματα που προκαλεί ο παγωμένος ώμος αναπτύσσονται προοδευτικά και χωρίζονται σε τρία στάδια.
- 1ο στάδιο «παγώματος», το οποίο είναι και το πιο επώδυνο, όπου ο ασθενής βιώνει έντονο πόνο, ο οποίος συχνά επιδεινώνεται τη νύχτα, δυσκολεύοντας τον ύπνο και την ξεκούραση. Η κίνηση αρχίζει σταδιακά να περιορίζεται και κάθε προσπάθεια ανύψωσης ή στροφής του ώμου προκαλεί έντονη ενόχληση.
- 2Ο στάδιο κατά το οποίο η πάθηση σταθεροποιείται. Εδώ ο πόνος συνήθως υποχωρεί, αλλά η δυσκαμψία κορυφώνεται και σταθεροποιείται. Ο ώμος αποκτά μικρό εύρος κίνησης και ο ασθενής δυσκολεύεται να εκτελέσει βασικές κινήσεις, όπως να φορέσει ρούχα, να φτάσει σε αντικείμενα ή να αγγίξει την πλάτη του.
- 3ο στάδιο κατά το οποίο ξεκινά η αποκατάσταση. Σε αυτή την περίπτωση παρατηρείται σταδιακή βελτίωση του εύρους κίνησης και λειτουργικότητας. Έτσι, η κινητικότητα επανέρχεται σταδιακά και τα συμπτώματα υποχωρούν. Η συνολική διάρκεια μπορεί να κυμανθεί από μερικούς μήνες έως και πάνω από ένα έτος, με σημαντική διακύμανση μεταξύ ασθενών.
Διάγνωση
Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στη λήψη λεπτομερούς ιστορικού και την κλινική εξέταση. Ο γιατρός διαπιστώνει περιορισμό τόσο των ενεργητικών όσο και των παθητικών κινήσεων του ώμου, ενώ η μυϊκή δύναμη παραμένει φυσιολογική, εφόσον δεν συνυπάρχουν άλλες βλάβες όπως ρήξη τενόντων. Οι ακτινογραφίες είναι συνήθως φυσιολογικές, αλλά χρησιμεύουν για τον αποκλεισμό άλλων παθήσεων, όπως η οστεοαρθρίτιδα ή η ασβεστοποιός τενοντίτιδα. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, μπορεί να ζητηθεί μαγνητική τομογραφία, για να εκτιμηθούν καλύτερα οι μαλακοί ιστοί και να αποκλειστούν συνοδές παθολογίες του στροφικού πετάλου.
Πορεία της νόσου
Η πορεία της νόσου είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενη, αλλά μπορεί να διαρκέσει πολλούς μήνες και να προκαλέσει μακροχρόνια ταλαιπωρία. Ορισμένοι ασθενείς αναρρώνουν πλήρως, ενώ άλλοι διατηρούν έναν ήπιο περιορισμό σε ακραίες κινήσεις. Η πρόγνωση είναι γενικά καλή, αλλά εξαρτάται από την έγκαιρη έναρξη της θεραπείας και την ενεργό συμμετοχή του ασθενούς στο πρόγραμμα αποκατάστασης.
Πώς θεραπεύεται ο παγωμένος ώμος
Η θεραπευτική προσέγγιση έχει ως στόχο τη μείωση του πόνου, την αντιμετώπιση της φλεγμονής και την αποκατάσταση της κινητικότητας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η θεραπεία είναι συντηρητική και περιλαμβάνει ένα συνδυασμό φαρμακευτικής αγωγής και φυσικοθεραπείας. Τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα βοηθούν στην ανακούφιση του πόνου, ενώ οι ενδαρθρικές εγχύσεις κορτικοστεροειδών μπορούν να προσφέρουν σημαντική βελτίωση, ειδικά στα πρώιμα στάδια. Η φυσικοθεραπεία είναι βοηθητική ιδιαίτερα στα προχωρημένα στάδια. Μέσα από ειδικά προγράμματα ήπιων διατάσεων και κινησιοθεραπείας, ο ασθενής μαθαίνει να κινεί τον ώμο μέσα στα ασφαλή όρια χωρίς να προκαλεί έξαρση του πόνου. Σταδιακά, οι ασκήσεις γίνονται πιο ενεργητικές, με στόχο την αποκατάσταση του πλήρους εύρους κίνησης και της μυϊκής ισορροπίας.
Η συνέπεια στη φυσικοθεραπεία είναι ουσιαστική για το τελικό αποτέλεσμα. Ο ασθενής πρέπει να συμμετέχει ενεργά στην αποκατάσταση, να ασκείται τακτικά στο σπίτι και να αποφεύγει την πλήρη ακινητοποίηση, η οποία μπορεί να επιδεινώσει τη δυσκαμψία. Η χρήση θερμοθεραπείας πριν από τις ασκήσεις και παγοθεραπείας μετά βοηθά στη μείωση του πόνου και της φλεγμονής.
Σε περιπτώσεις όπου η συντηρητική αγωγή δεν αποδίδει και ο ώμος παραμένει δύσκαμπτος, μπορεί να εξεταστεί η χειρουργική αποκατάσταση του προβλήματος. Οι σύγχρονες τεχνικές είναι ελάχιστα επεμβατικές και αναλαμβάνουν να τις πραγματοποιήσουν εξειδικευμένοι ορθοπεδικοί χειρουργοί ώμου. Η πιο συχνά εφαρμοζόμενη τεχνική είναι η αρθροσκόπηση ώμου, η οποία στοχεύει στη λύση των συμφύσεων και την αποκατάσταση της κινητικότητας της άρθρωσης.
Σε κάθε περίπτωση, η χειρουργική επιλογή συνοδεύεται απαραίτητα από δομημένη, εντατική μετεγχειρητική φυσικοθεραπεία ώστε να διατηρηθεί το κερδισμένο εύρος κίνησης και να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος υποτροπής της δυσκαμψίας.
Αποκατάσταση
Η πρόοδος είναι σταδιακή, συνεπώς οι ασθενείς χρειάζεται να επιδείξουν υπομονή και συνέπεια.
- Στην πορεία παρατηρείται: αρχικά μείωση του πόνου, στη συνέχεια βελτίωση της κινητικότητας και, τέλος, επάνοδος στη λειτουργικότητα.
- Η επιστροφή στις δραστηριότητες της καθημερινότητας στοχεύει να γίνεται όσο το δυνατόν νωρίτερα, με εργονομικές προσαρμογές (π.χ. αποφυγή επαναλαμβανόμενων κινήσεων πάνω από το ύψος του ώμου).
- Η καλή ρύθμιση συνοδών νοσημάτων (π.χ. διαβήτης) και η αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας μειώνουν τον κίνδυνο εμμένουσας δυσκαμψίας.